2009-06-12

Sinead - ετυμολογικοί συνερμοί...

Sinead (ετυμολογία από το wiktionary): Of Irish origin, variant of Jane or Jean, in turn feminine forms of the Hebrew name John, meaning God is gracious

gracious: ελεήμων, γενναιόδωρος

γενναιόδωρος: αυτός που δίνει / "αυτός που είναι πρόθυμος να προσφέρει" (Λεξικό Μπαμπινιώτη)

#

αυτός που παίρνει / "αρπάζει ότι βρει": πλιατσικολόγος

1 σχόλιο:

basik-ly είπε...

Άψογο και λίαν οξυδερκές!